νομισματική


νομισματική
Επιστήμη που μελετά τα νομίσματα από κάθε άποψη: οικονομική, ιστορική, καλλιτεχνική. Η αρχαία ν. είναι ο κλάδος εκείνος της ν. που μελετά τα αρχαιότερα νομίσματα στη λεκάνη της Μεσογείου και ειδικά τα ελληνικά, ρωμαϊκά, κελτικά, φοινικικά, εβραϊκά, ετρουσκικά και ιταλιωτικά νομίσματα. Η μεσαιωνική και σύγχρονη ν. περιλάμβανα την περίοδο από την πτώση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους (476) ως τις ημέρες μας, μελετά τα νομίσματα των βαρβαρικών βασιλείων, της βυζαντινής αυτοκρατορίας, της μεσαιωνικής και σύγχρονης Ευρώπης, των αποικιών των ευρωπαϊκών χωρών στις άλλες ηπείρους και των εκτός Ευρώπης κρατών. Η ανατολική ν. περιλαμβάνει αντίθετα το ευρύ πεδίο νομισμάτων των κατασκευασμένων από τους Άραβες (μετά τον Μωάμεθ) και από τα μουσουλμανικά κράτη τα ινδικά, κινεζικά και ιαπωνικά νομίσματα. Το ενδιαφέρον για τα αρχαία νομίσματα άρχισε να εκδηλώνεται από τον 14o αι.· από τους πρώτους συλλέκτες νομισμάτων ήταν και ο Φραγκίσκος Πετράρχης, ο οποίος δώρισε τη συλλογή του στον αυτοκράτορα Κάρολο Δ’. Στους επόμενους αιώνες σχηματίστηκαν οι πρώτες πριγκιπικές συλλογές, από τις οποίες ιδιαίτερα αξιόλογες ήταν η συλλογή των Έστε στη Μοδένα, των Μεδίκων στη Φλωρεντία, των Αραγωνίων στη Νάπολη, του Ματία Κορβίνο στη Βούδα. Στις ημέρες μας η ν. αριθμεί παντού πολυάριθμους λάτρεις, συλλέκτες και ειδικευμένους μελετητές που αφοσιώνονται στη συλλογή των νομισμάτων και στη μελέτη των διάφορων τομέων της ν. Σε κάθε σχεδόν χώρα υπάρχουν νομισματικές εταιρείες, ειδικευμένα στη ν. περιοδικά και δημόσιες συλλογές νομισμάτων που αποτελούν ολόκληρα μουσεία ή είναι τμήμα μεγαλύτερων μουσείων. Από τις πιο γνωστές δημόσιες συλλογές αναφέρουμε τις συλλογές του Βρετανικού Μουσείου στο Λονδίνο, του Cabinet des Medailles στο Παρίσι, των Μουσείων του Βερολίνου και του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν στην Ουάσινγκτον. Θήκη ταξινόμησης με ρωμαϊκά νομίσματα της δημοκρατικής περιόδου (Καστέλο Σφορτσέσκο, Μιλάνο). Μία σελίδα του καταλόγου των ελληνικών νομισμάτων που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νομισματική — [номизмитики] ουσ. Θ. нумизматика …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • νομισματική ζώνη — Σύνολο των χωρών και περιοχών, στο χώρο των οποίων χρησιμοποιείται ελεύθερα για τις διεθνείς πληρωμές το ίδιο νόμισμα. Σήμερα σημαντικότερη ν. είναι η ζώνη του ευρώ (βλ. λήμμα ευρώ), όπου 12 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιράζονται το… …   Dictionary of Greek

  • Λατινική Νομισματική Ένωση — Διεθνής οικονομική οργάνωση. Συγκροτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1865 αρχικά από τη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο και την Ελβετία, ενώ το 1868 προσχώρησε σε αυτήν και η Ελλάδα. Σκοπός της Λ.Ν.Ε. ήταν ο διακανονισμός του ισχύοντος νομισματικού… …   Dictionary of Greek

  • πεσέτα — Νομισματική μονάδα της Ισπανίας. Ισοδυναμεί με 100 σεντίμος. Καθιερώθηκε την 1η Ιανουαρίου 1859 στη θέση του ρεάλ και το 1864 αντικαταστάθηκε από το εσκούδο. Επανακαθιερώθηκε το 1868. Στην περίοδο του A΄ Παγκοσμίου πολέμου (1914 18) καθώς και την …   Dictionary of Greek

  • δολάριο — Νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Λιβερία κ.ά. Το γνωστότερο και σημαντικότερο, εξαιτίας της θέσης που κατέχει στο διεθνές εμπόριο, είναι το δ. των ΗΠΑ (dollar), το οποίο δημιουργήθηκε… …   Dictionary of Greek

  • νομισματικός — ή, ό (Μ νομισματικός, ή, όν) [νόμισμα] νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο νόμισμα 2. το θηλ. ως ουσ. η νομισματική κλάδος τής αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη τών αρχαίων νομισμάτων και μεταλλίων 3. φρ. α) «νομισματική ανάλυση»… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

  • δραχμή — Αργυρό νόμισμα που αποτελούσε τη βάση του νομισματικού συστήματος στην αρχαία Ελλάδα. Δ. έκοβαν οι πόλεις της κυρίως Ελλάδας και οι ελληνικές αποικίες από το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. Το βάρος της διέφερε ανάλογα με το σύστημα σταθμών που… …   Dictionary of Greek

  • τράπεζα — Ονομασία ιδρυμάτων που εκτελούν πολλές και διάφορες λειτουργίες: από το εμπόριο και την ανταλλαγή νομισμάτων και την κατάθεση χρημάτων έως την παροχή πιστώσεων και άλλων χρηματοδοτήσεων. Ιστορία. Πολλές τραπεζικές πράξεις έχουν την καταγωγή τους… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek